Διάλεξη: «Το φως της Αναστάσεως στην υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδας»
Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 29 Μαρτίου 2026, 7η απογευματινή, η διάλεξη με θέμα: «Το φως της Αναστάσεως στην υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδας» που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Ελευθερουπόλεως εν όψει των Αγίων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος, στο πλαίσιο της ποιμαντικής – επιμορφωτικής μέριμνας του χριστεπώνυμου πληρώματος της Παγγαιωριτικής Εκκλησίας.
Η εκδήλωση έλαβε χώρα στο νέο Συνεδριακό Κέντρο της Μητροπόλεως και το παρόν έδωσαν ο Ιερός Κλήρος της Μητροπόλεως, οι τοπικές Πολιτικές και Στρατιωτικές Αρχές του τόπου μας, με επι κεφαλής τον Βουλευτή Καβάλας κ. Μακάριο Λαζαρίδη, εκπρόσωποι του Δήμου Παγγαίου, εκπρόσωποι λοιπών τοπικών φορέων της περιοχής καθώς και δεκάδες πιστοί της τοπικής Εκκλησίας, διακρινόμενοι για το ζωηρό ενδιαφέρον τους στα θέματα τις πίστεώς μας. Η αίθουσα είχε υπερπληρωθεί.
Την εκδήλωση άνοιξε ο Πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως, Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Μπένος, ο οποίος καλωσόρισε με θερμούς λόγους τους παρευρισκομένους, εκφράζοντας τη χαρά αλλά και τη βαθιά πνευματική συγκίνηση για την πραγματοποίηση της εκδήλωσης εν όψει των Αγίων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος. Στην εισαγωγική του προσφώνηση αναφέρθηκε στον τελευταίο Κατανυκτικό Εσπερινό της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο οποίος είχε μόλις προηγηθεί, υπογραμμίζοντας ότι η περίοδος αυτή υπήρξε για την τοπική Εκκλησία μία πορεία μετανοίας, περισυλλογής και εσωτερικής ανακαινίσεως. Ιδιαιτέρως στάθηκε στο έργο του κηρύγματος, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη προς τον Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας, ο οποίος, με πατρική μέριμνα και θυσιαστικό φρόνημα, διακονεί τον λόγο του Θεού, προσφέροντας παρηγορία, στήριγμα και φωτισμό στο πλήρωμα της Εκκλησίας.
Παράλληλα, τόνισε ότι η αποψινή εκδήλωση αποτελεί συνέχεια αυτής της πνευματικής πορείας, καθώς η υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδος δεν είναι απλώς ποιητικός λόγος, αλλά βιωμένη θεολογία, η οποία αποκαλύπτει το φως της Αναστάσεως ακόμη και μέσα από το μυστήριο του Σταυρού. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ἐλλογιμωτάτη Καθηγήτρια κ. Άννα Κόλτσιου – Νικήτα, επισημαίνοντας το πλούσιο επιστημονικό της έργο και τη σημαντική συμβολή της στη μελέτη της πατερικής και εκκλησιαστικής γραμματείας, ενώ δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει και την καταγωγή της από τη Νικήσιανη, γεγονός που προσέδωσε έναν ιδιαίτερα οικείο χαρακτήρα στην εκδήλωση. Κλείνοντας, προέτρεψε τους παρευρισκομένους να αξιοποιήσουν την ευκαιρία της διάλεξης ως ένα ακόμη βήμα πνευματικής προετοιμασίας, ώστε να εισέλθουν στις Άγιες ημέρες με καθαρή καρδιά και διάθεση εσωτερικής συμμετοχής στο φως της Αναστάσεως, κηρύσσοντας και επισήμως την έναρξη της εκδήλωσης.
Εν συνεχεία τον λόγο έλαβε η ομιλήτρια κ. Άννα Κόλτσιου – Νικήτα, η οποία, με λόγο επιστημονικά τεκμηριωμένο, θεολογικά μεστό και συγχρόνως γλαφυρό, ανέπτυξε διεξοδικά το θέμα της διαλέξεώς της «Το φως της Αναστάσεως στην υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδας». Εισαγωγικά αναφέρθηκε στη σημασία της Μεγάλης Εβδομάδος, επισημαίνοντας, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ότι χαρακτηρίζεται «Μεγάλη» όχι λόγω χρονικής διάρκειας, αλλά εξαιτίας των θαυμαστών και σωτηριωδών γεγονότων που επιτελούνται κατά τη διάρκειά της, τα οποία συνέτριψαν το κράτος του θανάτου και ένωσαν ουρανό και γη, αγγέλους και ανθρώπους. Στη συνέχεια ανέδειξε τη σπουδαιότητα των ιερών ακολουθιών της Εκκλησίας, τονίζοντας ότι τα μεν αγιογραφικά αναγνώσματα μεταφέρουν αφηγηματικά τα γεγονότα των Παθών, ενώ η υμνολογία, με τον ποιητικό της λόγο και το μουσικό της ένδυμα, τα μετουσιώνει θεολογικά και τα καθιστά βιωματική εμπειρία για τον πιστό. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι η ποίηση και η μουσική της Μεγάλης Εβδομάδος αποτελούν την κορύφωση της ορθόδοξης υμνογραφίας, καθώς οδηγούν τον άνθρωπο σε βαθύτερη συμμετοχή στο μυστήριο της σωτηρίας.
Κεντρικό σημείο της ομιλίας της υπήρξε η έννοια του «χαροποιού πένθους» ή «χαρμολύπης», την οποία ανέλυσε με αναφορά στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, επισημαίνοντας ότι στην ορθόδοξη εμπειρία η θλίψη για τα Πάθη του Χριστού συνυπάρχει αδιάσπαστα με τη χαρά της επερχόμενης Αναστάσεως. Όπως τόνισε, η διπλή αυτή εμπειρία διατρέχει ολόκληρη την υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδος, όπου το φως της Αναστάσεως εμφανίζεται ήδη μέσα στο σκοτάδι του Σταυρού και του θανάτου. Μέσα από χαρακτηριστικά τροπάρια και υμνογραφικά αποσπάσματα παρουσίασε συγκεκριμένους σταθμούς της Μεγάλης Εβδομάδος, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο οι υμνογράφοι εκφράζουν το μυστήριο της σωτηρίας. Στάθηκε αρχικά στον Όρθρο της Μεγάλης Δευτέρας, όπου τα σεπτά Πάθη προβάλλονται ως «φώτα σωστικά», υπογραμμίζοντας ότι ήδη από την αρχή της εβδομάδος διαφαίνεται η λαμπρότητα της Αναστάσεως. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στον Μυστικό Δείπνο και στην έντονη αντίθεση φωτός και σκότους που αποτυπώνεται στους ύμνους, ιδίως μέσα από την αντιπαραβολή των φωτισμένων μαθητών με τον σκοτισμένο από τη φιλαργυρία Ιούδα.
Προχωρώντας στα γεγονότα της Σταυρώσεως και της Αποκαθηλώσεως, τόνισε ότι η υμνογραφία κατορθώνει να συνδέσει άρρηκτα τον Σταυρό με την Ανάσταση, όπως χαρακτηριστικά εκφράζεται στο «Προσκυνούμεν σου τα πάθη, Χριστέ· δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν», ενώ επεσήμανε ότι ακόμη και μέσα από τον πόνο της σταυρικής θυσίας αναβλύζει η αθανασία για τον άνθρωπο. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον Επιτάφιο Θρήνο και στα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής, υπογραμμίζοντας ότι, παρά τον έντονο θρηνητικό χαρακτήρα τους, δεν εκφράζουν απόγνωση, αλλά φέρουν ήδη τη βεβαιότητα της Αναστάσεως, παρουσιάζοντας τον τάφο του Χριστού ως «ζωηφόρο» και πηγή ζωής. Στο ίδιο πλαίσιο ανέδειξε και τη θεολογική σημασία της καθόδου του Χριστού στον Άδη, όπου η υμνογραφία παρουσιάζει τον ίδιο τον Άδη να ομολογεί την ήττα του και την κατάργηση της εξουσίας του θανάτου.
Αναφερόμενη στον κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου, επεσήμανε το βαθύ θεολογικό του περιεχόμενο και ιδιαιτέρως τον διάλογο μεταξύ της Θεοτόκου και του Χριστού, όπου μέσα στον ανθρώπινο πόνο της μητέρας προβάλλει η βεβαιότητα της Αναστάσεως. Η πορεία αυτή κορυφώνεται, όπως τόνισε, στον αναστάσιμο κανόνα του Πάσχα, έργο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, όπου το φως της Αναστάσεως αποδίδεται με απαράμιλλη ποιητική και θεολογική δύναμη, προβάλλοντας τη νίκη της ζωής επί του θανάτου. Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδος δεν αποτελεί απλώς ποιητική έκφραση, αλλά ζωντανή θεολογία της Εκκλησίας, η οποία καλεί τον πιστό να βιώσει το μυστήριο του Σταυρού υπό το φως της Αναστάσεως. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η Εκκλησία δεν στέκεται μπροστά στα Πάθη με απελπισία, αλλά με ελπίδα και προσδοκία, καθώς Σταυρός και Ανάσταση αποτελούν αδιάσπαστες όψεις του ενός και αυτού σωτηριώδους γεγονότος, της μεταβάσεως από τον θάνατο στη ζωή.
Αμέσως μετά η Βυζαντινή χορωδία του Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Νικολάου Ελευθερουπόλεως, υπό τη διεύθυνση του μουσικολογιωτάτου Πρωτοψάλτου κ. Χρυσοβαλάντου Ιωαννίδη, Καθηγητού Φιλολόγου και Διδάκτορος της Βυζαντινής Μουσικής, απέδωσε ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδος, στους οποίους είχε προηγουμένως αναφερθεί και αναλύσει η ομιλήτρια κατά την εισήγησή της, λαμπρύνοντας την εκδήλωση και μεταφέροντας στο ακροατήριο το κατανυκτικό ύφος και το πνευματικό βάθος των Αγίων ημερών.
Τον λόγο έπειτα έλαβε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Χρυσόστομος, ο οποίος ευχαρίστησε θερμά την ἐλλογιμωτάτη Καθηγήτρια κ. Άννα Κόλτσιου – Νικήτα για την εμπεριστατωμένη και καλαίσθητη εισήγησή της, αναδεικνύοντας το βάθος και την πνευματική ομορφιά της υμνολογίας της Μεγάλης Εβδομάδος. Τόνισε ότι η υμνογραφία της Εκκλησίας αποτελεί σπουδαίο θησαυρό, έργο μεγάλων υμνογράφων, που αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο τη θεολογία και την εμπειρία της πίστεως. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη δυσκολία της μεταφράσεως των ιερών κειμένων, υπογραμμίζοντας ότι το νόημα και το θεολογικό τους βάθος δύσκολα αποδίδονται σε άλλη γλώσσα. Ωστόσο, επεσήμανε ως αξιόλογη την προσπάθεια μεταφράσεως των ύμνων της Μεγάλης Εβδομάδος από τον μακαριστό πατέρα Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ενώ εξέφρασε την ελπίδα ότι ο Θεός θα αναδείξει στο μέλλον τον κατάλληλο άνθρωπο για ένα τόσο σημαντικό έργο, όπως συνέβη στην Εκκλησία της Σερβίας με τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, ο οποίος μετέφρασε θεόπνευστα τα ιερά κείμενα στη σερβική γλώσσα.
Στη συνέχεια ευχαρίστησε τον πρωτοψάλτη κ. Χρυσοβαλάντη Ιωαννίδη και τα μέλη της χορωδίας για την κατανυκτική απόδοση των ύμνων, οι οποίοι συμπλήρωσαν αρμονικά το θέμα της εκδήλωσης. Αναφερόμενος στη σύγχρονη πραγματικότητα, τόνισε ότι η προσευχή είναι σήμερα πιο αναγκαία από ποτέ, κάνοντας λόγο για την παγκόσμια αναστάτωση και τις απειλές πολέμου. Με λόγο συγκινητικό στάθηκε στο δράμα των ανθρώπων που ξεριζώνονται από τις πατρίδες τους, χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο ως παραφροσύνη, ενώ εξέφρασε την ελπίδα ότι ο Θεός θα προστατεύσει τον κόσμο και θα φωτίσει τους ηγέτες των λαών, ώστε να επικρατήσει η ειρήνη. Κλείνοντας, ευχαρίστησε το ακροατήριο για την παρουσία του, καθώς και τους εκπροσώπους των τοπικών αρχών και φορέων, και προσκάλεσε το κοινό σε διάλογο με την ομιλήτρια.
Τέλος υποβλήθηκαν σχετικά ερωτήματα στην ομιλήτρια από το ακροατήριο και η όλη εκδήλωση έκλεισε με τις θερμές ευχαριστίες του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας και προς τον ομιλητή και προς το πιστό ποίμνιο του.



